ヨーロッパへの窓

★★★★★★

Windows to Europe

キプロス キプロス

「デス・カスタムズ-死にまつわる慣習」より

Έθιμα θανάτου (απόσπασμα)

コンスタディア・ソティリウ

Constantia Soteriou

Constantia Soteriou was born in Nicosia in 1975. Her debut novel, Aishe Goes on Vacation (Patakis 2015), won the Athens Prize for Literature. Her second book, Voices Made of Soil (Patakis 2017), was shortlisted by the Cyprus Literature Awards. Both Aishe Goes on Vacation and Voices Made of Soil were shortlisted for the Greek and Cypriot National Book Awards. Her short story, ‘Death Customs,’ translated into English by Lina Protopapa, was the winner of the 2019 Commonwealth Short Story Prize. Bitter Country, her most recent book, was published by Patakis in Autumn 2019 and has received the Cyprus State Prize for Literature. She also wrote plays for independent stages and the Cyprus Theater Organization.

*Patakis is one of the biggest (if not the biggest) publishing houses in Greece and in Cyprus.

Έθιμα θανάτου (απόσπασμα)

Κωνσταντία Σωτηρίου

Η ΣΠΑΣΟΥΛΑ τις λίγες φορές που μας έλεγε για τον γιο της, έλεγε πως έφταιγε το αλάτι. Πολλές φορές δεν μας είπε η Σπασούλα για τον γιο της, έπρεπε να είναι καλοκαίρι, να σπάει στη μέρα η ζέστη, να κάνει τόση ζέστη στη μέρα που να θέλεις να πεθάνεις. Έπρεπε να κάνει τόση ζέστη. Τότε μόνο, τα δειλινά, καθόταν η Σπασούλα στην αυλή να μας πει για τον γιο της. «Έλα, Σπασούλα, στην αυλή, έλα να κάτσεις κοντά μας. Πες μας, Σπασούλα, την ιστορία για το αλάτι. Πες για τότε που αλατίσανε τον γιο σου». Και μας έλεγε η Σπασούλα την ιστορία με το αλάτι. Μας έλεγε για τότε που αλατίσανε τον γιο της. Σαν κοιλοπονούσε η γυναίκα στα χωριά, σαν έπρεπε να έρθει η ώρα να γεννήσει, πήγαινε μια χωριανή στον μπακάλη του χωριού να φέρει στο σπίτι αλάτι. Να φέρει στο σπίτι αλάτι άσπαστο χοντρό, καθαρό, αλάτι αζύγιστο, και να πληρώσει τον μπακάλη και να μην πει κουβέντα στον γυρισμό. Γιατί, Σπασούλα, δεν έπρεπε να ζυγίσει το αλάτι ο μπακάλης; Γιατί η γυναίκα δεν έπρεπε να πει κουβέντα στον γυρισμό; Γιατί έπρεπε στο σπίτι να κάτσουν να σπάσουν το άσπαστο αλάτι. Έπρεπε να κάτσουν οι γυναίκες αμίλητες να σπάσουν το αλάτι στο κατώφλι με πέτρα βαριά. Όσο πιο βαριά, τόσο πιο έξυπνο το μωρό. Έπρεπε να σπάσουν το αλάτι να γίνει σκόνη, λεπτό. Όσο πιο λεπτό, τόσο πιο καλό το μωρό. Έπρεπε να βάλουν το αλάτι στο νερό. Να κάνουν αλάρμη πυκνή. Όσο πιο πυκνή, τόσο πιο σωστό. Να κάνουν με αυτό το πρώτο μπάνιο για το μωρό. Να κάνουν με το αλατισμένο νερό το πρώτο μπάνιο στο μωρό. Ύστερα να το στεγνώσουν και να το αλείψουν παντού με αλάτι. Έπρεπε μια καλή αμίλητη γυναίκα να πάρει αλάτι να βάλει παντού στο μωρό. Να αλατίσει τα χέρια, τα πόδια, το κεφάλι, τα απόκρυφά του. Όσο πιο καλή η γυναίκα, τόσο πιο καλό το μωρό. Όσο πιο πολύ το αλάτι, τόσο πιο καλό το μωρό. Αχ βαχ. «Τι κάνατε εσείς, Σπασούλα; Δεν είχατε πολύ αλάτι για το μωρό;» «Τίποτε δεν κάναμε εμείς. Δεν είχαμε πολύ αλάτι για το μωρό. Το μωρό ήθελε να έρθει στον κόσμο γρήγορα. Να πάμεστον μπακάλη να πάρουμε αλάτι δεν προλάβαμε, να σπάσουμε το άσπαστο αλάτι δεν προλάβαμε. Γεννήθηκε μόνος του, βιαστικός. Καλή γυναίκα στο σπίτι να αλατίσει το μωρό δεν είχαμε. Σηκώθηκα εγώ λεχώνα να αλατίσω το μωρό». Γίνεται, Σπασούλα, να αλατίσει η μάνα το μωρό; Γίνεται, Σπασούλα, να βάλει αλάτι η μάνα στο μωρό; Γίνεται καλό το μωρό σαν αλατίσει η μάνα το μωρό; Πες, Σπασούλα. Σπασούλα! Γιατί αλάτισες εσύ το μωρό; «Αχ βαχ» έλεγε η Σπασούλα. «Άλλη γυναίκα δεν είχα στο σπίτι να βάλει αλάτι στο μωρό. Σηκώθηκα εγώ λεχώνα. Πολύ αλάτι στο σπίτι δεν είχαμε. Πήρα όσο βρήκα από το μπουκάλι. Έβαλα αλάτι στα χέρια, στα πόδια, στο κεφάλι, στα απόκρυφά του. Όσο πιο καλή η γυναίκα, τόσο πιο καλό το μωρό» έλεγε η Σπασούλα και με κοίταζε από χαμηλά. «Δεν είχα πολύ αλάτι για το μωρό. Έβαλα αλάτι στα χέρια, στα πόδια, στο κεφάλι, στα απόκρυφά του. Ξέχασα το στήθος». «Ξέχασες το στήθος». «Ξέχασα το στήθος» έλεγε η Σπασούλα, «δεν έμεινε αλάτι να αλείψω το στήθος του μωρού. Εδώ» έκανε η Σπασούλα και χτυπούσε με το δεξί της χέρι ανάμεσα στα στήθη τα δικά της. «Θυμάμαι καλά που τέλειωσε το αλάτι σαν πήγα να αλείψω στο στήθος το μωρό». «Ξέχασες το στήθος» έλεγα εγώ. «Ναι»έγνεφε η Σπασούλα σιωπηλή. «Τέλειωσε το αλάτι στο στήθος του μωρού».
– Τζιείνη που έβαλλεν το άλας έπρεπε να ήτουν η πιο καλή.
– Η πιο νούσιμη.
– Η πιο καλόκαρτη.
– Να πάρει που λλόου της το μωρόν.
– Αλατίζαν με την αλάρμην το μωρόν να γενεί καλόν.
– Με άλας άσπαστον αζύαστον.
– Με άλας που ήταν καθαρόν.
– Έπρεπεν να βάλεις το άλας παντού.
– Τζιαμαί που άφηνες το κορμίν δίχα άλας ήταν να γενεί κακόν.
– Για τρεις, για πέντε, για εφτά, αριθμός μονός.
– Τόσες γεναίτζιες, τόσες.
– Μόνον έτσι ήταν να γενεί καλόν το μωρόν.
– Με άλας άσπρον, άσπαστον, αζύαστον, καθαρόν.
– Τζιαι η μάνα εν έπρεπεν να βάλει άλας πάνω στο μωρόν.
– Στρέφεται πάνω στη μάναν σαν βάλει η μάνα άλας πάνω στο μωρόν.
– Κάλλιον μεν το αλατίσεις παρά να αλατίσεις λάθος το μωρόν.

Κάθε φορά που η Σπασούλα θυμάται τον γιο της, τηγανίζει ψωμί. Βάζει στο τηγάνι φιστικέλαιο να κάψει, κόβει παλιό ψωμί λουρίδες λουριδάκια, τηγανίζει να τραβήξει το ψωμί το λάδι να μαράνει, το ραντίζει πια με ζάχαρη ψιλή. Κάποτε το ψήνει τα δειλινά να το φάμε μόνο οι δυο μας, κάποτε τη βλέπω να το ψήνει μόνη της, να κάθεται να τρώει στην αυλή. «Γιατί, Σπασούλα, σαν θυμάσαι τον γιο σου τηγανίζεις το ψωμί; Γιατί, Σπασούλα, τρως μονάχη στην αυλή το ψωμί;» «Επειδή τηγάνιζα ψωμί στον γιο μου όταν ήτανε μικρός. Έβαζα το λάδι να κάψει, έκοβα λουρίδες λουριδάκια που ήτανε ο γιος μου μικρός. Τηγάνιζα το ψωμί και έβαζα να ραντίσω με μπόλικη ζάχαρη. Έτσι έκανατου γιου μου που ήταν μικρός». Έτσι έκανε η Σπασούλα του γιου της που ήταν μικρός. Άλλα να μου πει δεν θέλει, κάθεται μόνη στην αυλή, ραντίζει ζάχαρη το ψωμί και κλαίει, αλλά εγώ νομίζω πως είναι που θέλει να θυμάται τον γιο της μικρό. Δεν λέει η Σπασούλα όσο και να ρωτήσω, αλλά κάποτε θέλει να θυμάται τον γιο της μωρό. Γι’ αυτό το τηγανίζει το ψωμί. Γι’ αυτό το ραντίζει με ζάχαρη. Με καφέ ζάχαρη. Είναι που θέλει να θυμάται πώς ήταν ο γιος της μωρό.

– Που εγεννιέτουν το μωρόν, έπρεπεν να του βάλεις δίπλα του μια κόρταν ψουμίν.
– Ψουμίν ψουμίν.
– Ψουμίν για να έν’ ευλοημένον για πάντα.
– Για πάντα για πάντα!
– Ψωμί ώσπου το μωρόν να νεφουλλέψει.
– Ψωμίν να μεν σου πιάσουν οι Καλές Γεναίτζιες το μωρόν.
– Επιάναν οι Καλές Γεναίτζιες το μωρόν να το αλλάξουν.
– Να βάλεις του μωρού ένα κουλλουρούιν στο σσιέριν.
– Να του βάλεις κάτω που το μαξιλάριν ψαλίδιν, σίερον, να το προσέχει.
– Να του βάλεις άλας άσπαστον, να έρτει μια νούσιμη να το αλατίσει.
– Τι που τούτα ούλλα εν έκαμες, Σπασούλλα, στο μωρόν;
– Βάι βάι βάι. Αλώπως ήρταν οι Καλές Γεναίτζιες.

– Να το γεννήσεις.
– Να το βυζάσεις.
– Να το χαδέψεις.
– Να το φιλήσεις.
– Να το τουλουππίσεις.
– Να το ναννουρίζεις.
– Τζιαι να ελπίζεις.
– Να γενείς καλός.
– Να γενείς σωστός.
– Να γενείς άδρωπος.
– Γέννα τον.
– Βύζασε.
– Χάδεψε.
– Φίλησε.
– Έλπιζε.
– Να γενεί καλός.
– Να γενεί σωστός.
– Να γενεί άδρωπος.
– Τώρα που μπόρεις.
– Τώρα που έν’ μπορετόν.
– Μεν αρκείς, Σπασούλλα, κάμε ευτζιές τωρά που ακούουν οι μοίρες.
– Κάμε ευτζιές τωρά, που έν’ μιτσιής τζιαι μωρόν.
– Κάμε ευτζιές τωρά, μακριά που τες Καλές Γενα.